Οι ομάδες υψηλού επιπέδου ψάχνουν συνεχώς να ανακαλύψουν ποδοσφαιριστές που έχουν τις δυνατότητες να πρωταγωνιστήσουν. Επικεντρώνονται είτε σε ποδοσφαιριστές αντιπάλων ομάδων, είτε στους ποδοσφαιριστές οι οποίοι αγωνίζονται σε πρωταθλήματα αναπτυξιακών ηλικιών.  Τα οικονομικά οφέλη από την ανίχνευση ταλέντων και η ανάπτυξή τους σε  ικανούς ποδοσφαιριστές είναι αυτονόητα.Η διαπίστωση των οικονομικών οφελών, η οποία πηγάζει από την ανάπτυξη ποδοσφαιριστών από τα αρχικά στάδια έχει οδηγήσει στην δημιουργία ποδοσφαιρικών ακαδημιών, οι οποίες προσκολλούνται στα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σωματεία παγκοσμίως(Reilly, 2000).

Η ανίχνευση του ταλέντου στο ποδόσφαιρο ακολουθείτε από την επιλογή του σε ένα συστηματικό πρόγραμμα με στόχο την ανάπτυξη των ικανοτήτων που απαιτεί το παιχνίδι και την ανατροφή του ατόμου με στόχο την διαπίστωση των ικανοτήτων που ήδη είχαν προβλέψει. Όμως, η ανίχνευση του ταλέντου φαίνεται πως είναι πολύ πιο δύσκολη στα ομαδικά αθλήματα συγκριτικά με τα ατομικά αθλήματα (Στίβος, Ποδηλασία, Κωπηλασία), όπου η αξιολόγηση της απόδοσης είναι πιο εύκολη. Στο ποδόσφαιρο η μελλοντική επιτυχία εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες όπως είναι η δυνατότητα προπόνησης, η μη υπάρξει τραυματισμών, το είδος της προπόνησης την οποία έλαβε το άτομο κατά τα στάδια της ανάπτυξης, και τέλος εξαρτάται από ατομικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες(Reilly, 2000a).   

Ο Reilly και οι συνάδελφοί του (2000) με έρευνά τους προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια πολύ-παραγοντική προσέγγιση με στόχο την ανίχνευση ταλέντων στο ποδόσφαιρο και να αξιολογήσουν την ικανότητά της στο να διαχωρίζει τους ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου από τους ποδοσφαιριστές χαμηλότερου επιπέδου. Το δείγμα αποτελούνταν από 31 ποδοσφαιριστές (16 υψηλού επιπέδου, 15 χαμηλότερου επιπέδου) χρονολογικής ηλικίας 15-16 ετών. Η αξιολόγηση περιελάμβανε ανθρωπομετρικά, εργοφυσιολογικά, ψυχολογικά τεστ και αξιολόγηση ειδικών ποδοσφαιρικών ικανοτήτων (σουτ, ντρίμπλα). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου υπερτερούν των ποδοσφαιριστών χαμηλότερου επιπέδου. Συγκεκριμένα στην σύσταση και τον τύπο σώματος, είχαν μικρότερο ποσοστό λίπους, μεγαλύτερη μυϊκή μάζα και ενδομωρφο τύπο σώματος σε μικρότερο βαθμό. Επιπρόσθετος, οι ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου ήταν σημαντικά πιο γρήγοροι στις αποστάσεις ταχύτητας 15, 25, 30μ. Επίσης, είχαν καλύτερη αερόβια ικανότητα, αντοχή στην ταχύτητα, κάθετο άλμα, ευκινησία, ικανότητα αντίληψης, τεχνική, έλεγχο και αντίληψη του άγχους, και τέλος παρακίνηση. Συμφώνα με την παραπάνω έρευνα, οι πιο έγκυροι δείκτες πρόβλεψης ενός ταλέντου φαίνονται να είναι η ευκινησία, η ταχύτητα, η παρακίνηση και η ικανότητα αντίληψης. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι απαιτείται ένα συστηματικό ερευνητικό πρόγραμμα προκειμένου να καθοριστεί η εγκυρότητα των παραπάνω μετρήσεων σε διάφορες ηλικιακές ομάδες και σε διάφορα επίπεδα ικανοτήτων.

Ποια είναι τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να έχει ένας ποδοσφαιριστής για να αγωνιστεί και να επιτύχει σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου; 

Εισαγωγή: Το ποδόσφαιρο είναι ένα ομαδικά άθλημα το οποίο απαιτεί παρατεταμένα υψηλής έντασης διαλειμματική άσκηση (Mohr, et al., 2003), περιέχοντας πολλές απαιτητικές φυσικές δραστηριότητες όπως σπριντ, τρέξιμο υψηλής έντασης, αλλαγές κατευθύνσεων, άλματα και τάκλιν. Επίσης, περιλαμβάνει πολλές τεχνικές δραστηριότητες όπως ντρίπλα, πάσα και σουτ (Mohr, et al., 2003; Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005; Iaia, et al., 2009; Rampinini, et al., 2011;  Nédélec, et al., 2012).

 

Ανάλυση και απαιτήσεις αγώνα: Οι συνολική απόσταση που διανύει ένας ποδοσφαιριστής κατά την διάρκεια το παιχνιδιού είναι 10 με 13km. (Osgnach, et al., 2009). Οι διαφορές σχετίζονται με την θέση και τον ρόλο του ποδοσφαιριστή, με την θέση της ομάδας και με την τακτική που εφαρμόζει η ομάδα στον αγώνα κλπ.  Σύμφωνα με την διάρκεια του παιχνιδιού, το ποδόσφαιρο εξαρτάται κυρίως από τον αερόβιο μηχανισμό παραγωγής ενέργειας. Ο μέσος όρος της έντασης, μετρώντας την ως % ποσοστό της μεγίστης καρδιακής συχνότητας, κατά την διάρκεια του αγώνα είναι κοντά στο αναερόβιο κατώφλι (η υψηλότερη ένταση άσκησης όπου η παράγωγη και η απομάκρυνση του γαλακτικού οξέος είναι ίδια) συνήθως ανάμεσα στο 80 – 90% της μεγίστης καρδιακής συχνότητας του ποδοσφαιριστή (Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005), ποσοστό στο οποίο αντιστοιχεί στο 70-75% της μεγίστης πρόληψης οξυγόνου (Vo2max) (η μεγαλύτερη ποσότητα οξυγόνου την οποία το σώμα μπορεί να χρησιμοποιήσει κατά την διάρκεια εξαντλητικής άσκησης) (Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005) (Helgerud, et al., 2001; Bangsbo, et al., 2006). Παρότι, ο αερόβιος μεταβολισμός υπερισχύει στην παράγωγη ενέργειας κατά την διάρκεια του παιχνιδιού, οι πιο αποφασίστηκες και καθοριστικές ενέργειες καλύπτονται από τον αναερόβιο μηχανισμό παράγωγης ενέργειας πχ. άλμα, σουτ, (Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005). 

Έτσι, προκειμένου ανταποκριθεί ο ποδοσφαιριστής στις απαιτήσεις του αγώνα, όπως είδαμε είναι ιδιαιτέρως υψηλές, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει είναι η άριστη φυσική κατάσταση, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις φυσικές ικανότητες (αντοχή, δύναμη, ταχύτητα, ισορροπία, ευλυγισία, σύσταση σώματος).

 

Αντοχή: Αναλυτικότερα, η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου για ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου έχει καθορίστεi σε πολλές έρευνες, με μέσο όρο τιμών 56 και 69 ml/kg/min (Reilly, 1996). Αργότερα, ο Reilly (2000) πρότεινε ύστερα από έγκυρη παρατήρηση ότι η VO2max > 60 mL/kg/min, θα πρέπει να θεωρείτε ως το κατώτατο κατώφλι σε ομάδες υψηλού επιπέδου ώστε να μπορέσει ένας ποδοσφαιριστής να επιτύχει και να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Έρευνες έχουν εντοπίσει υψηλή σχέση μεταξύ της συνολικής διανυόμενης απόστασης, της διανυόμενης απόστασης σε υψηλή ένταση στο τελευταίο μέρος του παιχνιδιού και της μεγίστης πρόληψης οξυγόνου (VO2max) (Smaros, 1980; Krustrup, et al., 2003; Mohr, et al., 2010). Οι ποδοσφαιριστές με υψηλότερες τιμές VO2max και γενικά με υψηλότερη ικανότητα αντοχής θα έχουν την δυνατότητα να συμμετάσχουν πιο καθοριστικά σε κρίσιμες στιγμές του παιχνιδιού. Επιπλέον, θα είναι σε θέση να εκτελούν τις τεχνικές δεξιότητες και να εφαρμόζουν την τακτική σε υψηλότερη ένταση (Wisløff, Helgerud, Hoff, 1997).

 

Δύναμη: Στο ποδόσφαιρο, η δύναμη και η ταχυδύναμη είναι το ίδιο σημαντικά με την αντοχή. Η μεγίστη δύναμη αναφέρεται στην υψηλότερη δύναμη την οποία μπορεί να παράγει το νευρομυϊκό σύστημα κατά τη διάρκεια μια μεγίστης εκούσιας προσπάθειας (μια μεγίστη επανάληψη [1RM]). Ενώ η ταχυδύναμη είναι προϊόν της δύναμης και της ταχύτητας, αναφέρεται στην ικανότητα του νευρομυϊκού συστήματος να παράγει την μεγαλύτερη δυνατή δύναμη σε όσο το δυνατόν μικρότερο χρονικό διάστημα (Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005). Η μέγιστη δύναμη και ο ρυθμός ανάπτυξης της δύναμης, είναι από τους βασικότερους παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν την ταχυδυναμη. Η αύξηση της μέγιστη δύναμη συνήθως σχετίζεται με βελτίωση της σχετικής δύναμης και συνεπώς με βελτίωση της ταχυδύναμης (Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005).

Στο ποδόσφαιρο πολλές δραστηριότητες απαιτούν δύναμη και εκρηκτική δύναμη π.χ. τάκλιν, άλματα, σουτ, αλλαγή κατεύθυνσης και αλλαγή ρυθμού). Η ταχυδύναμη κατά την διάρκεια τέτοιου είδους δραστηριοτήτων σχετίζεται με την δύναμη των μυών που συμμετέχουν στις κινήσεις αυτές (Reilly, 2000α) . Επίσης, ένας μεγάλος αριθμός ερευνών έχουν κατάληξη ότι η μέγιστη δύναμη επηρεάζει θετικά την επίδοση στο κάθετο άλμα, στην επιτάχυνση και στην ταχύτητα (Wisløff, et al., 2004; Moir et al., 2007;  Chelly et al., 2009; López-Segovi, et al., 2011; Comfort et al., 2013).  Όσον αφορά το κάθετο άλμα, ο ποδοσφαιριστής υψηλού επιπέδου θα πρέπει έχει μέσο όρο επίδοσης κοντά στα 60cm. Ήδη είναι γνωστό πως η επίδοση των ποδοσφαιριστών στο κάθετο άλμα σχετίζεται σημαντικά με την επιτυχία της ομάδας (Arnason, et al., 2003). Γι’ αυτό οι προπονητές φυσικής κατάστασης θα πρέπει να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη προπόνηση βελτίωσης του άλματος και της ταχυδύναμης. Σκεφτείτε μόνο, ποσά παιχνίδια έχουν κριθεί με τον επιτιθέμενο να σκοράρει επειδή εκτέλεσε άλμα  μερικών εκατοστών υψηλότερο από τον αμυνόμενο, και θα διαπιστώσετε τη σημαντικότητα του κάθετου άλματος.

Επιπλέον, η δύναμη παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην πρόληψη τραυματισμών. Οι τραυματισμοί είναι ένα συχνές φαινόμενο στο άθλημα του ποδοσφαίρου, με αποτέλεσμα ο τραυματισμένος ποδοσφαιριστής να παραμένει εκτός αθλητικής δραστηριότητας  για χρονικό διάστημα που διαρκεί συνήθως από μερικές ημέρες μέχρι και μερικούς μήνες (εξαρτάται από το είδος του τραυματισμού). Αναπόφευκτα, η ομάδα στερείται τις υπηρεσίες του για το χρονικό διάστημα της αποχής του. Όμως, είναι στο χέρι μας σε μεγάλο βαθμό να διατηρούμε τους ποδοσφαιριστές μας υγιείς. Πλήθος ερευνών έχει δείξει, ότι με την σωστή εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης τραυματισμών μπορούμε να μειώσουμε το ποσοστό εμφάνισής τους σε μεγάλο βαθμό (Olsen et al., 2004; Hibbs et al., 2008; Iga et al., 2012; Owen, et al., 2013).

 

Ταχύτητα: Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να διαθέτει ένας ποδοσφαιριστής υψηλού επιπέδου είναι η ταχύτητα. Η ταχύτητα (σπριντ) η οποία σε διάφορες έρευνες ορίζεται ως το τρέξιμο με ταχύτητα πάνω από το χαμηλότερο όριο των 19 με 25km/h. Η ταχύτητα αποτελεί το 5% - 10% από την συνολική καλυπτόμενη απόσταση στο παιχνίδι, η οποία αντιστοιχεί στο 1% με 3% του συνολικού χρόνου του αγώνα. Ο μέσος όρους διάρκειας του σπριντ είναι 2 – 4s και ο μέσος ορός εκτέλεσης σπριντ είναι 1 στα 90s (Osgnach, et al., 2009). Η πιο συχνά διανυόμενη απόσταση κατά την διάρκεια του παιχνιδιού είναι 20m.+_ , χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ποδοσφαιριστές δεν εκτελούν ταχύτητα (σπριντ) μικρότερης και μεγαλύτερης απόστασης.

Η ταχύτητα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια της εξέλιξης του παιχνιδιού. Στην βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί χρόνοι από 4.00s μέχρι 4.22s για την απόσταση των 30m και από 1,79s μέχρι 1,90s για την απόσταση των 10m. (Stølen, Chamari, Castagna, Wisløf, 2005). Αυτό σημαίνει ότι οι πιο γρήγοροι ποδοσφαιριστές είναι κατά μέσο όρο 1m μπροστά από τους πιο αργούς ποδοσφαιριστές μετά από μόνο ένα σπριντ 10m. Αυτό θα μπορούσε να είναι ζωτικής σημασίας για τις σημαντικές μονομαχίες, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα του αγώνα.

 

Ανάπτυξη της ταχύτητας: Η ανάπτυξη της ταχύτητας επιταχύνεται σε δυο φάσεις. Η πρώτη φάση είναι περίπου στα 8 έτη και για τα δυο φύλα, ενώ η δεύτερη φάση είναι περίπου στην ηλικία των 12 για τα κορίτσια και στην ηλικία των 12 με 15 για τα αγόρια. Η πρώτη φάση σχετίζεται με την ωρίμανση του νευρικού συστήματος και την ανάπτυξη την συναρμογής στους μύες των χεριών και των ποδιών. Η δεύτερη φάση σχετίζεται με την αύξηση της μάζας του σώματος και την μυϊκής απόδοσης. Η αύξηση της μυϊκής μάζας συμβαίνει αμέσως μετά την επίτευξη της μεγίστης ταχύτητας του ύψους. Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής υπάρχει μια κοινή αντίληψη ότι οι έφηβοι γίνονται πιο ΄΄αδέξιοι΄΄, κάτι το οποίο πιστεύεται πως συνδέεται με την δυσανάλογη ανάπτυξη του μήκους των κάτω άκρων συγκριτικά με το μήκος του κορμού.   Φαίνεται πως μόνο το 10-30% των έφηβων αγοριών επηρεάζεται αρνητικά και οι επιδράσεις είναι προσωρινές.

Τελειώνοντας με την φυσική ικανότητα της ταχύτητας, μέχρι το τέλος της δεύτερης φάσης έχουμε την φύση με το μέρος μας ώστε να βελτιώσουμε την ταχύτητα των αθλητών μας. Με το πέρας της δεύτερης φάσης, πλέον η φύση δεν είναι μαζί μας, αλλά ακόμη μπορούμε να βελτιώσουμε την ταχύτητα των αθλητών. Πως; Εντοπίζοντας τυχόν αδυναμίες στην δρομική τεχνική, βελτιώνοντας την μεγίστη δύναμη και βελτιώνοντας την νευρομυϊκή συναρμογή.

 

Ισορροπία (Ιδιοδεκτικότητα): Η ιδιοδεκτικότητα θα μπορούσε να ορισθεί ως μια εξειδικευμένη διαφοροποίηση της αίσθηση της αφής όπου εμπεριέχετε η αίσθηση της κίνησης και της θέσης των αρθρώσεων (Lephart et al, 1997). Η ιδιοδεκτικότητα είναι πολύ σημαντικός μέρος της φυσιολογίας του σώματος επειδή επιτρέπει στο νευρομυϊκό σύστημα να διατηρήσει την ισορροπία, σταθερότητα και ευκαμψία ενώ ο ενεργοποιημένος μυς σταθεροποιεί την άρθρωση (Laskowski et al, 1997). Οι αισθητήριοι δέκτες βρίσκονται μέσα στις κάψουλες των αρθρώσεων, συνδέσμους, μύες, τένοντες και στο δέρμα. Η κύρια λειτουργιά τους είναι να διασφαλίσουν ότι οι αρθρώσεις του σώματος βρίσκονται σε σταθερότητα αποφεύγοντας καταστροφικές μη σταθερές θέσεις.

Η ισορροπία διαχωρίζεται σε δυο είδη, την στατική και την δυναμική ισορροπία. Ως στατική ισορροπία θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ικανότητα διατήρησης της βάση στήριξης με την ελάχιστη κίνηση. Ενώ ως δυναμική ισορροπία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ικανότητα εκτέλεσης μια άσκησης ενώ διατηρείτε η επανακτάται μια σταθερή θέση (Winter, al., 1990)ή η ικανότητα να διατηρήσουμε και να επανακτήσουμε την ισορροπία σε μια μη σταθερή επιφάνεια (Kioumourtzoglou, et al., 1997; Paillard, & Noe, 2006) με την ελάχιστη εξωτερική κίνηση. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχειά πως η προπόνηση ισορροπίας επηρεάζει της κινητικές ικανότητες των αθλητών υψηλού επιπέδου όταν η αποτελεσματικότητα της προπόνησης ισορροπίας συγκρίθηκε με την προπόνηση δύναμης. Βρέθηκε ότι η προπόνηση δύναμης παρήγαγε πολύ μεγαλύτερα αποτελέσματα στη  επίδοση στο ύψος τους άλματος και στον χρόνο του σπριντ (Hrysomallis, 2011). Η ικανότητα ισορροπίας συνδέεται με το αγωνιστικό επίπεδο σε μερικά αθλήματα, με τους αθλητές υψηλότερου επιπέδου να δείχνουν μεγαλύτερη ικανότητα ισορροπίας. Υπάρχουν αρκετά στοιχειά που υποστηρίζουν ότι η προπόνηση ισορροπίας θα μπορούσε να αποτελεί σημαντικό μέρος της προπόνησης των μη υψηλού επιπέδου αθλητών, με στόχο την βελτίωση συγκεκριμένων κινητικών δεξιοτήτων αλλά όχι ως υποκατάστατο άλλων φυσικών ικανοτήτων όπως η δύναμη (Hrysomallis, 2011).

 

 Όπως είδαμε, δεν υπάρχουν πολλά στοιχειά που να υποστηρίζουν ότι η προπόνηση ισορροπίας θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά την απόδοση των ελίτ αθλητών άμεσα. Αντιθέτως,  είναι ευρέως γνωστό ότι η προπόνηση ισορροπίας θεωρείτε πρωταρχικής σημασίας στην αποκατάσταση και στην πρόληψη τραυματισμών, όπως το διάστρεμμα στην ποδοκνημική άρθρωση, η ρήξη του προσθίου χιαστού συνδέσμου και οι θλάσεις στους οπίσθιους μηριαίους (Cerilli, et al., 2001; Thacker, et al., 2003; Malliou, et al., 2004; Engebretsen, et al., 2008; Owen, et al., 2013). Συνοψίζοντας, στο ποδόσφαιρο πολλές δυναμικές δραστηριότητες εκτελούνται σε μονή στήριξη (ένα πόδι). Έτσι, εάν ένας αθλητής στοχεύει να αγωνιστεί σε ομάδα υψηλού επιπέδου θα πρέπει να έχει καλή ικανότητα ισορροπίας προκειμένου να μην είναι ευάλωτος σε τραυματισμούς.

 

Ευλυγισία: Η ευλυγισία ορίζεται ως η ικανότητα του μυός να επιμηκύνετε, επιτρέποντας στην άρθρωση (ή περισσότερες από μια αρθρώσεις την ίδια στιγμή) να κινείται σε ένα εύρος κίνησης. Η υψηλή μυϊκή ευλυγισία επιτρέπει στον μυ να δέχεται μεγαλύτερη επιβάρυνση ευκολότερα και να επιτρέπει τη σωστή και αποτελεσματική κίνηση. Έχει προταθεί ότι υψηλότερα επίπεδα ευλυγισίας θα μπορούσαν να μειώσουν την πιθανότητα τραυματισμών, εξαιτίας της βελτιωμένης ικανότητας των παθητικών συστατικών μορίων του μυϊκού τένοντα να απορρόφα ενέργεια ως αποτέλεσμα compliance (Engebretsen, et al., 2010). Ωστόσο, αυτή η άποψη είναι αμφιλεγόμενη στην βιβλιογραφία. Aνασκοπική έρευνα έδειξε (Prior, et al., 2009) ότι επτά έρευνες δεν εντόπισαν σχέση ανάμεσα στην ευλυγισία και τους τραυματισμούς των καμπτήρων μυών των γόνατος και τους οπίσθιους μηριαίους μύες. Ενώ τρεις έρευνες, σε επαγγελματίες Ευρωπαίους ποδοσφαιριστές, έδειξαν συσχέτιση μεταξύ των επίπεδων της ευλυγισίας, τα οποία μετρήθηκαν στην πρωταγωνιστική περίοδο, και τους τραυματισμούς τους οποίους οι ποδοσφαιριστές εμφάνισαν στην αγωνιστική περίοδο. Οι διαφορές στα αποτελέσματα μπορεί να σχετίζονται με την χρησιμοποίηση διαφορετικών τεστ κατά την αξιολόγηση της μυϊκής ευλυγισίας, τα οποία δεν είναι πάντα συγκρίσιμα μεταξύ τους.

Η ευλυγισία είναι, παρ’ όλα αυτά, μια παράμετρος την οποία οι προπονητές φυσικής κατάστασης και η φυσιοθεραπευτές θα πρέπει να λαμβάνουν  σοβαρά υπόψη, ιδιαιτέρως για ποδοσφαιριστές οι οποίοι υποφέρουν συχνά από τραυματισμούς στους οπίσθιους μηριαίους. Τέλος, η καλή ευλυγισία θα δώσει στους ποδοσφαιριστές το πλεονέκτημα να εκτελούν σε μεγαλύτερο εύρος κίνησης, τις ειδικές κινήσεις που απαιτούνται στο ποδόσφαιρο.

 

 

Βιβλιογραφία 

1)Helgerud J, Engen LC, Wisløff U, et al. Aerobic endurance training improves soccer performance. Med Sci Sports Exerc 2001;33:1925–31.

2)Wisløff U, Castagna C, Helgerud J, et al. Maximal squat strength is strongly correlated to sprint performance in elite  soccer players. Br J Sports Med 2004; 38 (3): 285-8

3)Comfort P, Stewart A, Bloom L, Clarkson B (2013) Relationships between strength, sprint and jump performance in well trained youth soccer players. Journal of Strength and Conditioning Research, DOI: 10.1519/JSC.0b.13e318291b8c7

4)Chelly M, Fathloun M, Cherif N, Ben Amar M, Tabka Z, Van  Praagh E. Effects of a back squat training program on leg power, jump, and sprint performances in junior soccer players. J. Strength. Cond. Res. 23: 2241-2249, 2009.

5)Moir G, Sanders R, Button CH, Glaister M. The effect of periodized resistance training on accelerative sprint performance. Sports Biomechanics, 2007; 6(3): 285–300

6)Hibbs AE, Thompson KG, French D, Wrigley A, Spears I. Optimising performance by improving core stability and core strength. Sports Med 2008, 38(12): 995-1008.

7)Iga J, Fruer CS, Deighan M, Croix MDS, James DVB “Nordic” Hamstrings Exercise -Engagement Characteristics and Training Responses. Int J Sports Med 2012, 33: 1000–1004

8)Olsen L, Scanlan 1, MacKay M, Babul S, Reid D, Clark M, Raina P. Strategies for prevention of soccer related injuries: a systematic review. Br J Sports Med 2004, 38: 89-94.

9)Owen AL, Wond DP, Dellal A, Paul DJ, Orhant E, Collie S. Effect of an injury prevention program on muscle injuries in elite professional soccer. J Strength Cond Res 2013, 21.

10)López-Segovi M, Marques MC, Van den Tillaar R, González-Badillo JJ. Relationships Between Vertical Jump and Full Squat Power Outputs With Sprint Times in U21 Soccer Players. Journal of Human Kinetics 2011; 30 (2), 135 – 144

11)Arnason A, Sigurdsson SB, Gudmundsson A,  Holme I, Engebretsen L,  Bahr R. Physical Fitness, Injuries, and Team Performance in Soccer. Medicine & Science in Sports & Exercise 2003; DOI: 10.1249/01.MSS.0000113478.92945.CA

12)Engebretsen ΑΗ, Myklebust G, Holme I,  Engebretsen L, Bahr R, Prevention of Injuries Among Male Soccer Players. A Prospective, Randomized Intervention Study Targeting Players With Previous Injuries or Reduced Function. American Journal of Sports Medicine 2008; Vol. X, No. X DOI: 10.1177/0363546508314432

13)Malliou P, Gioftsidou A, Pafis G, et al. Proprioceptive training (balance exercises) reduces lower extremity injuries in young soccer players. J Back Musculoskeletal Rehabil. 2004; 17:101–104.

14)Thacker SB, Stroup DF, Branche CM, et al. Prevention of knee injuries in sports: a systematic review of the literature. J Sports Med Phys Fitness 2003;43:165–179.

15)Hrysomallis C. Balance Ability and Athletic Performance. Sports Med 2011; 41 (3): 221-232

16)Cerilli G, Benoit DL, Caraffa A, Ponteggia F. Proprioceptive training and prevention of anterior cruciate ligament injuries in soccer. J Orthop Sports Phys Ther 2001; 31(11): 655-60 .

17)Winter DA, Patla AE, Frank JS. Assessment of balance control in humans. Med Prog Technol 1990; 16 (1-2): 31-51

18)Kioumourtzoglou E, Derri V, Mertzanidou O, et al. Experience with perceptual and motor skills in rhythmic gymnasts.

 Percept Mot Skills 1997; 84 (3): 1363-72

19)Paillard T, Noe F. Effect of expertise and visual contribution on postural control in soccer. Scand JMed Sci Sports 2006; 16 (5): 345-8

20)Laskowski ER, Newcomer-Aney K, Smith J. Refining rehabilitation with proprioception training: expediting return to play. Phys Sportsmed 1997, 25 (10), 1476.

21)Lephart SM, Pincivero DM, Giraldo JL, Fu FH. The role of proprioception in the management and rehabilitation of athletic injuries. Am J Sports Med 1997, 25(1): 130-7.

 

 

ΣΥΝΔΕΣΗ ΧΡΗΣΤΗ

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ONLINE

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 23 επισκέπτες και κανένα μέλος